καμήλα


καμήλα
[хамила] ουσ. Θ. верблюд

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καμήλα" в других словарях:

  • καμήλα — καμήλα, η και γκαμήλα, η (λ. σημιτ.) 1. μηρυκαστικό, μεγαλόσωμο ζώο, με μία ή δύο καμπούρες στη ράχη. 2. κωμική αναπαράσταση της καμήλας κατά τις αποκριές. 3. μτφ., ψηλή γυναίκα με ασύμμετρο σώμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καμήλα — θηλαστικό μηρυκαστικό της οικογένειας των καμηλιδών, της υπόταξης των τυλοπόδων (αρτιοδάκτυλα). Υπάρχουν δύο είδη κ. Η κάμηλος η βακτριανή (Camelus bactrianus) χαρακτηρίζεται από την παρουσία δύο χαρακτηριστικών ύβων λίπους στη ράχη, οι οποίοι… …   Dictionary of Greek

  • κάμηλα — θηλαστικό μηρυκαστικό της οικογένειας των καμηλιδών, της υπόταξης των τυλοπόδων (αρτιοδάκτυλα). Υπάρχουν δύο είδη κ. Η κάμηλος η βακτριανή (Camelus bactrianus) χαρακτηρίζεται από την παρουσία δύο χαρακτηριστικών ύβων λίπους στη ράχη, οι οποίοι… …   Dictionary of Greek

  • Κάτω Καμήλα — Sp Kãto Kamilà Ap Κάτω Καμήλα/Kato Kamila L ŠR Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Άνω Καμήλα — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 15 μ., 746 κάτ.) του νομού Σερρών. Βρίσκεται στην πεδιάδα του Στρυμόνα, στα ΝΔ των Σερρών. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κ. Μητρουσίου …   Dictionary of Greek

  • Κάτω Καμήλα — Μεγάλος πεδινός οικισμός (υψόμ. 10 μ., 1.430 κάτ.) του νομού Σερρών. Βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του νομού, 12 χλμ. ΝΔ της πόλης των Σερρών. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Σκουτάρεως …   Dictionary of Greek

  • έρημος — Με τον όρο έ. εννοείται στη φυσική γεωγραφία μια περιοχή με ξηρό κλίμα που χαρακτηρίζεται από μεγάλη σπανιότητα ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων (το μέγιστο ετήσιο ύψος βροχής ανέρχεται γενικά σε 200 250 χιλιοστά), τα οποία κατανέμονται πολύ… …   Dictionary of Greek

  • γκαμήλα — η 1. καμήλα* 2. γυναίκα ψηλή και άχαρη. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. καμήλα] …   Dictionary of Greek

  • καμήλι — το (AM καμήλιον, Μ και καμήλιν) (υποκορ. τού κάμηλος) 1. μικρή καμήλα 2. (αργότ. και χωρίς υποκορ. σημασία) καμήλα («ἔστειλε καὶ καμήλια διακόσια φορτωμένα», Διγ. Ακρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κάμηλος + υποκορ. κατάλ. ιον*] …   Dictionary of Greek

  • καμηλήσιος — α, ο αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην καμήλα ή προέρχεται από αυτήν («καμηλήσιο κρέας»). [ΕΤΥΜΟΛ. < καμήλα + ήσιος*] …   Dictionary of Greek